βαρύσταθμος

βᾰρῠ-σταθμος, ον,
A weighing heavy, Ar.Ra.1397, Canthar.2, Arist.EN1142a22;

νόμισμα Plu.Lys.17

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρύσταθμος — βαρύσταθμος, ον (Α) αυτός που βαραίνει στο ζύγι, βαρύς …   Dictionary of Greek

  • βαρύσταθμον — βαρύσταθμος weighing heavy masc/fem acc sg βαρύσταθμος weighing heavy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυσταθμότερα — βαρύσταθμος weighing heavy neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυστάθμου — βαρύσταθμος weighing heavy masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυστάθμων — βαρύσταθμος weighing heavy masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύσταθμα — βαρύσταθμος weighing heavy neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυ- — α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγικότητα. Τα σύνθετα με το βαρυ εμφανίζονται με τις ακόλουθες σημασίες: Την κυριολεκτική σημασία του επιθέτου βαρύς («αυτός που έχει βάρος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.